ΡΑΔΙΟ ΣΙΑΤΙΣΤΑ 95.7 FM – ΑΠΌ ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ 1821-1833 ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΣΟΜΟΥΛΗ

244

Radiosiatista.gr

ΑΠΌ ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ 1821-1833 ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΣΟΜΟΥΛΗ

        

Τέλος το εσπέρας έφθασα εις την Σιάτισταν, εις την Μητέραν μου, είς τάς αδελφάς μου, είς τους πατριώτας μου, εις τους συμμαθητάς μου και διδασκάλους μου, αφού δέκα χρόνους δεν είχαν με ιδεί (176). Κλαύματα συνώδευαν την χαράν και των γονέων μου και των φίλων μου και σχεδόν όλους τους συμπολίτας μας

          

Η α΄ Σεπτ. 1821, προοιμιάζουσα πένθιμος ημέρα ως προς την οικογένειάν μου, ήτον οιωνός των δυστυχημάτων μου και αυτών. Εις δέκα χρόνους, μόλις αξιώθηκαν να με ιδούν πέντε μήνες, καθώς επιθύμουν και ηύχοντο να παρηγορηθούν – και ιδού, με υστερούντο.
Αι γωνίαι γέμισαν από τα δάκρυα των δύο μικρών και χαριτωμένων αδελφιδών μου Αικατερίνας και Σουλτάνας και της μητρός μου (μητρυιά) Αλεξάνδρας και λοιπών συγγενών μου.
Από τον πατέραν μου και αδελφόν μου Γεώργην καμμίαν θετικήν είδησιν δεν είχα, αν υπάρχουν ή όχι, να τους παρηγορήσω.
Η μόνη παρηγορία, όπου άφησα εις όλους αυτούς, ήτον η καλή υπόληψις και η ευπορία. Άφησα και τον Θεοδωρήν <Ποντίκην> φίλον μου ως προστάτην. Ασπάσθηκα όλους γλυκά, και το χώμα, και είπα∙ εάν δεν το ιδώ ελεύθερον από τους Τούρκους, <ποτέ> να μη το απολαύσω.
Την ιδίαν ημέραν, λαβών μαζί μου 25 ενόπλους, απέρασα εις το μοναστήρι Ζάμπορτας, (τμήμα Βεντζιών) κείμενον εις την άκραν του ποταμού Βίστριτζας, εις λόφον υψηλόν και απότομον. Εξηγήθην με τον ηγούμενον, και με οδηγόν <εδικόν> του έφθασα εις το χωρίον Μεταξά ονομαζόμενον, εις την καθέδραν των <Αρματωλών> Μπζιωταίων.
Ευρέθη ο μικρότερος των αδελφός εκεί∙ με υποδέχθη τόσον φιλοφρόνως, ώστε δεν ημπορώ να το περιγράψω.
Τον εξέτασα να μάθω, ως από αδελφόν του Καπιτάνιου, τι ουσιώδες, και μ’ εδιηγήθη ότι ο αδελφός του επήγεν εις το Καταφύγι, και τραβούσεν δια την συνέντευξιν των Καπιταναίων εις την Καστανιάν και ότι δεν ήξευρεν τίποτες άλλο.
Μ’ έδωσεν Αρματωλόν οδηγόν, και χωρίς φόβον πλέον απέρασα υποκάτω από τα Σέρβια, από μέσα από το Βελβεντό, και κοιμηθέντες έξω <αυτού> φθάσαμεν την αυγήν εις την καθέδραν (επαρχίαν Σερβίων) των Συραίων Γεωργίου και Νικολάου <ονόματι> Κόκοβα.
Απ’ εκεί μετέβην εις Καστανιάν, απάνω από το Κολινδρόν, όπου ήτον στρατοπεδευμένος ο Καπιτάν Διαμαντής < Νικολάου> με έως 300 στρατιώτας, και ήτον και ο Γούλας Δράσκου <μαζί>.
Ο Γούλας ήτον φίλος στενός και γνώριμος του πατρός μου από τους διαφόρους παλαιούς επί της επαναστάσεως των Μπλαχαβαίων αγώνας των και με γνώρισεν ευθύς. Με τον Διαμαντήν είχα μόνον την απόκρισιν∙ αφού είδαμεν και προσωπικώς ένας τον άλλον, δεν ημπορούσεν να συμβιβάσῃ την ηλικίαν με τα πράγματα (μ’ όλον όπου νέος και αυτός), και να πείσῃ τον εαυτόν του ότι είμαι εγώ ο φίλος του ανταποκριτής.
Εκλείσθημεν οι τρεις∙ έδωσα τα γράμματα∙ αναμμένος από τον ζήλον και αυτός, δεν χόρταινεν φιλώντας με και παρατηρώντας.