Ο Σιατίστης Αθανάσιος στην Παναγία Σουμελά για το Ι’ Μοναχικό Συνέδριο

216

Ο Σιατίστης Αθανάσιος στην Παναγία Σουμελά για το Ι’ Μοναχικό Συνέδριο


spot_img
spot_img

Ο Σεβαστός Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης κ.κ. Αθανάσιος, παρεβρέθηκε στο Ι’  Μοναχικό Συνέδριο το οποίο πραγματοποιήθηκε στην Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελάς Βερμίου.

Την Πέμπτη 22 Ιουνίου το πρωί στο Πανελλήνιο Ιερό Προσκύνημα της Παναγίας Σουμελά, στις φιλόξενες πλαγιές του Βερμίου, πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των «ΚΘ’ Παυλείων», το Ι’ Μοναχικό Συνέδριο που φέτος είχε ως θέμα: «Όσιος Γεράσιμος ο Υμνογράφος, μονήρους βίου υπόδειγμα».

Στην Αρχιερατική Θεία Λειτουργία που προηγήθηκε προεξήρχε ο εκπρόσωπος της Α. Θ. Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σμύρνης κ. Βαρθολομαίος, ενώ τον θείο λόγο κήρυξε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων.

Το Ιερό Αναλόγιο διακόνησαν στον Όρθρο η αδελφότητα της Ιεράς Μονής Αγίων Πάντων Βεργίνης και στη Θεία Λειτουργία η αδελφότητα της Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Χαλεπίου, που φιλοξενείται στην Ιερά Μονή της Αγίας Κυριακής Λουτρού.

Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, εντός του Ιερού Ναού έλαβαν χώρα οι εργασίες του Ι’ Μοναχικού Συνεδρίου, το οποίο προλόγισε και παρουσίασε ο Αρχιμ. Πρόδρομος Γκιρτζαλιώτης, ενώ χαιρετισμό απηύθυναν ο πρόεδρος του Σωματείου «Παναγία Σουμελά» κ. Γεώργιος Τανιμανίδης, ο εκπρόσωπος της Α. Θ. Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σμύρνης κ. Βαρθολομαίος, ο εκπρόσωπος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης κ. Παύλος και ο εκπρόσωπος της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους, Πανοσιολογιώτατος Γέρων Γεράσιμος Αγιοπαυλίτης.

Ακολούθως ο Ποιμενάρχης μας, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων, πνευματικός υιός του Οσίου Γερασίμου του Υμνογράφου, κήρυξε την έναρξη των εργασιών της ημερίδος και ανέφερε προσωπικές του εμπειρίες και βιώματα από τη συναναστροφή του με τον Άγιο Γεράσιμο.

Στις εργασίες του συνεδρίου προήδρευσε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κίτρους, Κατερίνης και Πλαταμώνος κ. Γεώργιος, ενώ εισηγήσεις ανέπτυξαν ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Γέροντας Εφραίμ, ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Σιμωνόπετρας Γέροντας Ελισσαίος, ο Ιεροκήρυκας της Ιεράς Μητροπόλεως μας και Αρχιμανδρίτης του Οικ. Θρόνου Χρυσόστομος Παπαδάκης και ο Αρχιμ. Θεοδόσιος Μικραγιαννανίτης εκ μέρους της αδελφότητος του Οσίου Γερασίμου.

Στο Ι’ Μοναχικό Συνέδριο παρευρέθηκαν, παρακολούθησαν τις εισηγήσεις και τίμησαν με την παρουσία τους οι Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες Άρτης κ. Καλλίνικος, Τρίκκης κ. Χρυσόστομος, Γρεβενών κ. Δαβίδ, Σισανίου και Σιατίστης κ. Αθανάσιος, Καθηγούμενοι, Γερόντισσες και πλήθος Ιερομονάχων, Μοναχών και Μοναζουσών από 50 Ιερές Μονές από όλη σχεδόν την Ελλάδα.

Το Μοναχικό Συνέδριο ολοκληρώθηκε με την παράθεση τράπεζας σε όλους τους συμμετέχοντες.

Ο Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας κ. Παντελεήμων, εμφανώς συγκινημένος, ευχαρίστησε όλους τους συμμετέχοντες, αναφέροντας μεταξύ άλλων: Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή καί πολύ περισσότερο ἡ μοναχική πολιτεία δέν εἶναι μία ὑπόθεση θεωρητική, τήν ὁποία διδάσκεται κανείς μόνος του. Εἶναι βίωμα καί ἐμπειρία. Εἶναι πορεία στά ἴχνη ὅσων πρίν ἀπό ἐμᾶς βάδισαν τόν ἴδιο δρόμο, «ἡμῖν ὑπολιμπάνοντες ὑπογραμ­μόν» καί γιά τή δική μας ζωή.

Ἔστω καί ἐάν μᾶς φαίνεται δύ­σκολο ἤ καί ἀκατόρθωτο νά μιμη­θοῦμε τά ἀσκητικά παλαίσματα ὄχι μόνο τῶν παλαιῶν ὁσίων πατέρων ἀλλά ἀκόμη καί ἐκείνων πού ἔζη­σαν πρίν ἀπό λίγα μόνο χρόνια, αὐτά δέν παύουν νά ἀποτελοῦν παράδειγμα γιά ἐμᾶς, πού μέ τή μοναχική μας κουρά ἀποφασίσαμε νά βαδίσουμε τόν δρόμο τῆς ἀγγελομιμήτου διαγωγῆς, ἔχοντας ὡς ὑπόδειγμα τούς ὁσίους καί θεοφόρους πατέ­ρες καί μητέρες μας, παλαιούς καί νέους.

Ἕνας ἀπό αὐτούς εἶναι καί ὁ ὅσιος Γεράσιμος ὁ Ὑμνογράφος, ὁ ὁποῖ­ος ὑπῆρξε διά βίου «μονήρους βίου ὑπόδειγμα». Ἡ ἀναγραφή του στίς 10 Ἰανουαρίου τοῦ τρέχοντος ἔτους, μέ Πατριαρχική καί Συνοδι­κή Πράξη, στό Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκ­κλησίας μας, ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή νά ἀφιερώσουμε τό φετινό Μοναχικό Συνέδριο, τό ὁποῖο ὀργανώνει ἡ Ἱερά Μητρόπολή μας στό πλαίσιο τῶν ΚΘ´ Παυλείων, στήν ἱερή μορ­φή του καί στήν ὁσιακή πολιτεία του, προσφέροντάς μας τήν εὐκαι­ρία νά ἀναθεωρήσουμε «τήν ἔκβα­σιν τῆς ἀναστροφῆς» του καί νά διδαχθοῦμε ἀπό αὐτήν.

Εἶχα τή μεγάλη εὐλογία ἀπό τόν Θεό καί τήν Κυρία Θεοτόκο νά γνω­ρίσω τόν ὅσιο Γεράσιμο τόν Ὑμνογράφο στήν Καλύβη του, στή Μικρά Ἁγία Ἄννα, καί νά συνδεθῶ πνευματικά μαζί του ἀπό τά μαθη­τι­κά μου χρόνια. Καί σ᾽ αὐτήν τή γνωριμία θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ἀναφερθῶ μέ συντομία.

Τό 1963 ἡ Ἱερά Μονή Μεγίστης Λαύρας ἑόρτασε τήν ἐπέτειο τῶν χιλίων χρόνων ἀπό τήν ἵδρυσή της, τότε πού ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης ἔκτισε τή Μονή καί θεμελίωσε τήν Ἀθωνική Πολιτεία καί τό κοινοβιακό σύστημα. Ἦταν ἀναμφίβολα μία σπουδαία χρονιά γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἁγιο­ρειτικό μοναχισμό. Τό ἐνδιαφέρον ὅλου τοῦ κόσμου στράφηκε πρός τό Ἅγιον Ὄρος, τή χιλιόχρονη αὐτή μοναχική πολιτεία, μέ τίς ἱερές της Μονές καί τή μεγάλη παράδοση, ἀλλά καί τίς ἀσκητικές μορφές τῶν μοναχῶν πού ἔφθασαν ἐκεῖ ἐγκα­τα­λείποντας τόν κόσμο καί ἀγωνί­σθη­καν νικώντας τήν ἀνθρώπινη φύση καί καταπλήσσοντας ἀκόμη καί τούς ἀγγέλους.

Ἐκείνη, λοιπόν, τή χρονιά ἡ καρ­διά μου πετοῦσε στόν Ἄθωνα. Μετα­φερόμουν μέ σκέψεις καρδια­κές στό Περιβόλι τῆς Παναγίας, ὅπου συνέρρεαν Πατριάρχες, ἀρχι­ε­ρεῖς, βασιλεῖς, ἄνθρωποι τῆς προ­σευχῆς, λαϊκοί καί μοναχοί ἀπό ἄλλα μοναστήρια γιά νά ἑορτά­σουν τή μεγάλη ἐπέτειο καί νά τιμή­σουν τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ζοῦσα μέ τίς εἰκόνες, τίς φωτο­γρα­φίες, τά ἀκούσματα, τίς ψαλμω­δίες, ὅσα εἶχαν σχέση μέ τό Ἅγιον Ὄρος. Ταξίδευα τότε κι ἐγώ μέ τό συναίσθημα ὡς προσκυνητής στίς Ἱερές Μονές, στίς καλύβες καί στά κελιά τῶν μοναχῶν. Μαζί μου εἶχα συνταξιδιῶτες φίλους καλούς, συνο­μηλίκους, μέ τούς ὁποίους μοιραζό­μασταν κοινούς πνευμα­τι­κούς πόθους.

Γιά ἐμᾶς, τούς ἐκτός Ἁγίου Ὄρους, τά νεαρά παιδιά, δέν ἦταν μόνο ἡ λαχτάρα νά βρεθοῦμε στόν Ἄθω αὐτή πού συγκινοῦσε τίς καρ­διές μας. Ἦταν κυρίως ἡ ἀγάπη μας γιά τόν μοναχισμό, ἡ ὁλοένα αὐξα­νόμενη ἐπιθυμία μας νά γευθοῦμε τήν οὐράνια πολιτεία καί νά ἀπο­λαύσουμε κάτι ἀπό τήν ἄσκηση τῶν ζωντανῶν ἁγίων. Λίγο τό νεαρό τῆς ἡλικίας, λίγο οἱ δυσκολίες τῆς μετακινήσεως ἐκεί­νη τήν ἐποχή, λίγο ἡ ἀνάγκη τῆς ἐργασίας, λίγο οἱ νυκτερινές σπου­δές, λίγο ἡ οἰκονομική ἀνέχεια, δέν μοῦ ἐπέτρεψαν νά βρεθῶ ἐκεῖ ὅπου ἡ καρδιά μου ταξίδευε μέ τή σκέψη.

Τήν ἑπόμενη χρονιά ὁ πόθος αὐ­τός ἄρχισε ξαφνικά νά γίνεται πράξη. Ὁ μακαριστός Μητροπολί­της Θεσσαλονίκης Παντελεήμων ὁ Α´, ὁ Παπαγεωργίου, μέ ἐκάλεσε ξαφνι­κά, μέσω τοῦ μακαριστοῦ ἀδελφοῦ μου, πού ἦταν τότε διάκονός του, νά τόν ἐπισκεφθῶ τήν Ἱερά Μητρόπο­λη. Δέν μποροῦσα νά φαντασθῶ γιά ποιόν λόγο ἤθελε νά μέ δεῖ. Ἡ ἔκπληξή μου ὅμως ἔγινε μεγαλύ­τε­ρη, ὅταν ὁ Παναγιώτατος μοῦ ἀνήγ­γειλε ὅτι σκεπτόταν νά μέ στείλει στό Ἅγιον Ὄρος, γιά νά συνεχίσω τίς σπουδές μου στήν Ἀθωνιάδα.

Ἡ πρόταση αὐτή ἦταν γιά μένα σάν μία ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ, πού ἐνίσχυε τήν ἐπιθυμία μου νά πάω στό Ἅγιον Ὄρος, ἐπιθυμία πού κανείς δέν τήν γνώριζε. Ἔβλεπα ὅτι τό ὄνειρό μου νά βρεθῶ ἀνά­με­σα στούς σχεδόν ἄσαρκους καί ἀποστεωμένους ἐργάτες τῶν μονα­στι­κῶν ὅρκων ἔπαιρνε σάρκα καί ὀστᾶ!

Ἔτσι εἰσῆλθα τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1964 στό Περιβόλι τῆς Παναγίας, γιά νά σπουδάσω στήν Ἀθωνιάδα, ἀλλά κυρίως γιά νά ζήσω ἐκ τοῦ σύνεγγυς ὅσα λαχταροῦσα καί δέν μποροῦσα νά ζήσω ἔξω στόν κόσμο.

Ὁ Μητροπολίτης Παντελεήμων συν­δεόταν μέ τήν Ἀδελφότητα τῶν Καρτσωναίων στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου καί εἶχε γίνει μοναχός, καί κατά σύμπτωση λίγες ἡμέρες μετά τή συνάντηση καί τή συνο­μιλία μας μέ τόν Παναγιώτατο, ὁ ἀδελφός μου ἔφερε στόν σπίτι μας τόν π. Παντε­λεή­μονα, ἀπό τήν Ἀδελφότητα τῶν Καρ­τσωναίων. Ὅταν ἄκουσε ἐκεῖ­νος ὅτι ἀπό τόν Σεπτέμβριο θά φοι­τοῦσα στήν Ἀθωνιάδα, γνωρίζο­ντας τή σχέση μου μέ τόν Μητρο­πολίτη Θεσσαλονίκης, μέ πολλή ἀγάπη μέ προσκάλεσε νά ἐπισκε­φθῶ ὅποτε ἤθελα τό κελί τους.

Στίς πρῶτες διακοπές τῶν Χρι­στου­γέννων ἀποφάσισα νά ἐπισκε­φθῶ τήν Ἀδελφότητα τῶν Καρ­τσω­ναίων. Παραμονή τῆς πρώτης Ἰανουαρίου τοῦ 1965 ξεκινήσαμε μαζί μέ τόν π. Παντελεήμονα Κάρ­τσωνα νά πᾶμε στήν ἀγρυπνία τῶν Δανιηλαίων, πού γιορτάζουν κάθε χρόνο τόν Μ. Βασίλειο. Ὁ π. Παντελεήμων μοῦ εἶχε δώσει νά μεταφέρω ἕνα σάκκο, χωρίς νά μοῦ πεῖ τί ἔχει μέσα.

Μετά τό τέλος τῆς ἀγρυπνίας περά­­σαμε ἀπό τήν Καλύβη τοῦ Γέροντος Γερασίμου τοῦ Μικρα­γιαν­νανίτου. Ἦταν ἡ πρώτη μας συνάντηση! Ἐκεῖ ἔμαθα ὅτι αὐτό πού μετέφερα στόν σάκκο ἦταν ἡ πρώτη βυζαντινή εἰκόνα τῶν Ἁγίων Διονυσίου τοῦ ρήτορος καί Μητροφάνους τοῦ πνευματικοῦ, τῶν προστατῶν τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης, τήν ὁποία εἶχε ἁγιογραφήσει ὁ π. Παντε­λεή­μων Κάρτσωνας γιά τόν π. Γερά­σι­μο Μικραγιαννανίτη.

Ἡ γλυκειά καί φωτεινή μορφή τοῦ Γέροντος Γερασίμου ἀλλά καί τῶν ἄλλων πατέρων, τοῦ Γέροντα Ἀβιμέλεχ καί τοῦ πολύ νέου τότε ὑποτακτικοῦ του, τοῦ π. Διονυσίου, μέ ἐντυπωσίασαν. Ἡ γλυκύτητα, ἡ ζεστή καί ἐγκάρδια φιλοξενία μέσα στό ἔρημο καί ἀπαράκλητο ἐκεῖνο τοπίο τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης, ἀλλά καί ἡ τόσο ζωντανή ἡ παρου­σία τῶν Ἁγίων στή ζωή τῶν πατέ­ρων εἵλκυσαν ἀμέσως τήν ψυχή μου καί χωρίς νά μπορῶ νά τό ἐξηγήσω εἶπα αὐθόρμητα μέσα μου: «Ἄν ποτέ ἀποφάσιζα νά γίνω μοναχός, ἐδῶ θά ἤθελα νά γίνω».

Τό καλοκαίρι πού ἀκολούθησε, μετά τήν πανήγυρη τῶν ὁσίων Πατέρων Διονυσίου τοῦ Ρήτορος καί Μητροφάνους στή Μικρή Ἁγία Ἄννα, μέ ἔστειλαν οἱ πατέρες νά τακτοποιήσω τόν ναό καί τό σπή­λαιο τῶν ὁσίων. Ἡ κατανυκτική ἀτμόσφαιρα πού ἐπικρατεῖ μέσα στό σπήλαιο σέ ἑλκύει καί δέν σέ ἀφήνει νά φύγεις. Ἔτσι κι ἐγώ τακτο­ποιώντας ξεχάστηκα καί δέν συνειδητοποίησα ὅτι ἡ ὥρα πέρασε καί θά μέ περίμεναν γιά τό μεσημεριανό φαγητό. Κατέβηκε, λοιπόν, ὁ Γέροντας γιά νά δεῖ ποῦ ἤμουν καί νά μέ καλέ­σει. Μέ βρῆκε μέσα στό σπήλαιο νά σκουπίζω ἀκόμη. Μέ κοίταξε καί μοῦ εἶπε: «Σήμερα, Ἰωάννη, τό πρό­σωπό σου φαίνεται πιό φωτει­νό, τί συνέβη, παιδί μου;» – «Γέροντα, χθές τό βράδυ ἐξομολογήθηκα στόν πνευματικό, στόν π. Διονύσιο», τοῦ ἀπάντησα. Τότε ἐκεῖνος ἀκούμπησε σέ ἕνα στασίδι στόν νάρθηκα καί ἄρχισε νά μοῦ μιλᾶ γιά τήν καθαρή ἐξομο­λόγηση καί τή χάρη πού φέρνει στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου.

Καί ἐνῶ ὁ Γέροντας μοῦ μιλοῦσε καί ἐγώ στραμμένος πρός τό ἐσω­τε­ρικό τοῦ σπηλαίου τόν ἄκουα μέ προσοχή καί εὐλάβεια, αἰσθάν­θηκα ξαφνικά ἀπό τό βάθος, ἀπό τό σημεῖο μέσα στό Ἱερό ὅπου εὑρίσκεται ὁ νιπτήρας τῶν ἁγίων, μιά ἄρρητη εὐωδία. Εἶχα ἀκούσει γιά ἐμφανίσεις τῶν ἁγίων καί γιά εὐωδία, ἀλλά ποτέ μέχρι τότε δέν εἶχα ἀντιληφθεῖ κάτι. Τώρα ὅμως ἡ εὐωδία πού αἰσθάν­θηκα ἄρχισε νά μέ μπουκώνει, νά μέ δυσκολεύει. Γι᾽ αὐτό, ἔκπληκτος κοίταξα τόν Γέροντα Γερά­σιμο καί τόν ρώτησα: «Γέρο­ντα, τήν αἰσθάνεσθε τήν εὐωδία;» Γαλήνιος ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε: «Μέσα σ᾽ αὐτή τήν εὐωδία ζοῦμε καθημερινά, παιδί μου».

Λίγες ἡμέρες ἀργότερα ἐπέστρεψα στό πατρικό μου σπίτι, στή Θεσσα­λονίκη, γιά τίς καλοκαιρινές δια­κο­πές. Στή διάρκειά τους ὁ Γέρο­ντας Γεράσιμος ἔτυχε νά κατεβεῖ ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος στή Θεσσαλο­νίκη γιά κάποιες δουλειές καί ἔτσι εἴχαμε τή μεγάλη εὐλογία ὄχι μόνο νά φιλοξενηθεῖ στό ταπεινό μας σπίτι, ἀλλά καί κάθε βράδυ, κάτω ἀπό τό φῶς τοῦ φεγγαριοῦ, συγκεντρω­μένη γύρω του ἡ οἰκογένειά μας καί μαζί μας καί φίλοι μας, νέα παιδιά τότε ὅλοι, ὁ μετέπειτα μα­καριστός π. Μητροφάνης Μικρα­γιαν­νανίτης, ὁ ἐπίσης μετέπειτα ἀρχιμανδρίτης π. Εἰρηναῖος Δελη­δῆμος καί οἱ μετέπειτα καθηγητές τῆς Θεολογικῆς Γεώργιος Μαρτζέ­λος καί Ἰωάννης Πέτρου καί ἄλλοι, εἴχαμε τήν εὐλογία νά ἀκοῦμε τόν Γέρο­ντα νά μᾶς ἀφηγεῖται ἐμπειρίες τῆς μοναχικῆς του ζωῆς καί θαυμαστές ἱστορίες ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος.

Τό ἴδιο συνέβαινε κάθε φορά πού τύχαινε κάποια ὑποχρέωση νά τόν φέρνει στή Θεσσαλονίκη, ὅπως μία φορά πού ἔπρεπε νά συνοδεύσει ἕναν ἡλικιωμένο μοναχό στό νοσο­κομεῖο.

Κάθε φορά αἰσθανόμασταν τήν παρουσία του ὡς οὐράνια εὐλογία. Αἰσθανόμασταν μία εὐωδία νά πλανᾶται στό σπίτι μας, σέ τέτοιο σημεῖο μάλιστα πού ἡ μακαριστή μητέρα μου, ὅταν στήν ἀρχή πῆγε νά τακτοποιήσει τό κρεβάτι τοῦ Γέροντα, ἀντιλαμβανόμενη τήν εὐω­δία μᾶς ρώτησε ἔκπλη­κτη: «Καλά, βρέ παιδιά μου, ἀρώματα βάλατε στό δωμάτιο τοῦ Γέροντα;» κάτι πού φυσικά δέν εἶχε συμβεῖ.

Τήν ἑπόμενη χρονιά, τελειώνο­ντας τή φοίτησή μου στήν Ἀθω­νιάδα, ὁ Γέροντας Γεράσιμος καί ὁ π. Διονύσιος μέ ἔκαναν κοινωνό τῆς προθέσεώς τους νά δημιουργή­σουν μαζί μία συνοδεία καί μέ ρώτησαν ἄν γνώριζα κανέναν εὐλα­βῆ νέο πού θά ἤθελε νά μονά­σει κοντά τους. Μάλιστα ἡ συνάντηση αὐτή ἔγινε στήν ἀγρυπνία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στό Κελί τῶν Καρτσωναίων. Μέ πῆραν στό μπαλκόνι καί μοῦ εἶπαν αὐτό πού ἤθελαν. Ἡ ἀπάντησή μου ἦταν ἄμεση: «Ἰδού ἐγώ, Γέροντα», εἶπα.

Ἐπέστρεψα στή Θεσσαλονίκη μέ σκοπό ὅμως νά ἐπανέλθω στό Ἅγιον Ὄρος γιά νά ἐνταχθῶ στή συνοδεία τοῦ Γέροντα Γερασίμου. Καί πράγματι, ἐνῶ οἱ δικοί μου ἀπουσίαζαν ἀπό τή Θεσσαλονίκη γιά τά λουτρά, ἀποφάσισα νά πραγματοποιήσω τόν μύχιο πόθο μου καί νά ἐγκατα­βιώσω στή Μικρή Ἁγία Ἄννα.

Μετά ἀπό κάποιο χρονικό διάστη­μα στό κελί τοῦ Γέροντος Γε­ρασί­μου μᾶς ἐπεσκέ­φθηκε­ ὁ ἀδελφός μου, κατ’ ἐντολή τοῦ Μητροπο­λίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμο­νος Παπαγεωργίου, ἀφε­νός γιά νά μοῦ μετα­φέρει τή χαρά του, διότι ἤμουν ἐραστής τῆς μοναχικῆς πολι­­τείας, ἀλλά ἀφε­τέρου καί τήν προσδοκία του νά δια­κο­νήσω καί ἐγώ κοντά του ὡς κληρικός τῆς ἀποστολικῆς Ἐκκλη­σίας τῆς Θεσ­σα­­λο­­νίκης. Παρά τόν σφοδρό μου πόθο γιά τή μοναχική πολι­τεία, ἡ ἐπιθυμία τοῦ Παναγιωτά­του ἦταν γιά μένα ἱερή ἐντολή, ἀφενός μέν γιατί ἐκεῖνος μέ ἀπέστειλε στό Ἅγιον Ὄρος καί ἀφετέρου διότι ἦταν ὁ προστάτης μου, μέ στήριζε οἰκονομικά ὅλα τά χρόνια πού σπούδαζα.

Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ὁδήγησε στή συνέχεια μέ διαφορετικό τρόπο τή ζωή μου, ὁ πνευματικός σύνδεσμός μου ὅμως μέ τόν Γέροντα Γεράσιμο διατη­ρήθηκε καί ἐνισχύθηκε καί ὅταν, μερικά χρόνια ἀργότερα, ἐπέ­στρεψα ὁριστικά στή Θεσσαλο­νίκη ἀπό τήν Ἀρχιεπισκοπή Θυα­τείρων ὅπου διακόνησα ὡς διάκο­νος καί πρεσβύτερος, τόν Ἰούλιο τοῦ 1976 ἐκάρην μεγαλόσχημος μοναχός στό σπήλαιο τῶν ἁγίων Πατέρων Διονυσίου τοῦ ρήτορος καί Μητροφάνους στή Μικρή Ἁγία Ἄννα, ἐπισφραγίζοντας τόν διά βίου πνευματικό μου σύνδεσμο μέ τή Συνοδεία τοῦ Γέροντος Γερασί­μου τοῦ Ὑμνογράφου, τοῦ νέου ὁσίου τῆς Ἐκκλησίας μας, στόν ὁποῖο εὐλαβῶς ἀφιερώσαμε τό Μονα­χικό μας Συνέδριο, ὁ ὁποῖος μέ προσήγαγε γιά τήν κουρά, μέ διάβασε ὁ π. Διονύσιος καί μέ ἐνέδυσε τό Σχῆμα ὁ π. Γεράσιμος, ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος.

Θά παραχωρήσω τώρα τό βῆμα στούς σεβαστούς καί ἐκλεκτούς ὁμι­λητές μας, ἀφοῦ τούς εὐχα­ρι­στήσω ὅλους θερμά, τούς Καθη­γου­μένους τῆς Ἱερᾶς Μεγίστης Μονῆς Βατοπαιδίου, Γέροντα Ἐφραίμ, καί τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σίμω­νος Πέτρας, Γέροντα Ἐλισαῖο, τόν π. Χρυσόστομο Παπαδάκη, ἱερο­κήρυκα τῆς Ἱερᾶς μας Μητρο­πόλεως, καί τόν ἱερομόναχο π. Θεοδόσιο Μικραγιαννανίτη, ἀπό τή Συνοδεία τοῦ ὁσίου, γιά νά μᾶς παρουσιάσει ὁ καθένας τόν ὅσιο ἀπό τή δική του ὀπτική γωνία, ὡς «μονήρους βίου ὑπόδειγμα».