Αποκριές στη Σιάτιστα – Από το βιβλίο της Ελευθερίας Παπαδάκη Λαογραφικά της Σιάτιστας : από τα τετράδια και τις αφηγήσεις του Νέστορα Τσιρλιγκάνη

202

Radiosiatista.gr

Δημόσια Κεντρική Ιστορική Βιβλιοθήκη Σιάτιστας «Μανούσεια»

Αποκριές στη Σιάτιστα
Από το βιβλίο της Ελευθερίας Παπαδάκη
Λαογραφικά της Σιάτιστας : από τα τετράδια και τις αφηγήσεις του Νέστορα Τσιρλιγκάνη

Μέσα στα ελληνικά έθιμα υπάρχει μια αλληλουχία λαϊκών εκδηλώσεων δεμένη με τις χριστιανικές γιορτές. Αυτές τις εκδηλώσεις, που είναι συνήθειες, θέλησα να πάρω απ΄τις μνήμες των γεγονότων του μπάρμπα Νεράντζη, που μου έλεγε ό,τι δεν είχε καταγράψει, μα εγώ ήθελα να μάθω. Έτσι απ΄τα Χριστούγεννα ήρθαμε στο Πάσχα που φυσικά συνδέεται με το άνοιγμα της Σαρακοστής και την αποκριά. Μας λέει λοιπόν ο γέροντας λαογράφος: «Εμείς, όπως σας είπα, καρναβάλια δεν γινόμασταν την αποκριά αλλά στα Μπουμπουσάρια. Κάναμε όμως γλέντια στα σπίτια και διασκεδάζαμε καλά, γιατί την άλλη μέρα άρχιζε η νηστεία για το Πάσχα. Την τρανή αποκριά λοιπόν το πρώϊ πηγαίναμε στην εκκλησία. Ύστερα γαμπροί και νύφες, που δεν είχαν χρονίσει παντρεμένοι, έπρεπε να πάν στους γονείς και στον κουμπάρο. Στους γονείς πήγαιναν κάθε χρόνο, μα στον κουμπάρο μόνο τον πρώτο χρόνο. Εκείνοι λοιπόν τους εδώριζαν. Οι αρραβωνιασμένοι γαμπροί πάλι έστελναν στη νύφη ψάρι. Εκείνη πάλι έστελνε σαλιάρια, απ΄τα δικά μας τα γλυκίσματα δηλαδή, που και τώρα ακόμα το κάμνουν. Μετά την εκκλησία η πεθερά μάζευε τους συγγενείς και πήγαινε στην νύμφη μ΄ένα ταψί χαλβά, όπου το εκρατούσε ένα παιδί στο κεφάλι και πήγαινε μπροστά. Η νύφη τους κερνούσε ψάρι τηγανιτό, χαλβά και άλλα γλυκά»
–Και γλέντι πως γινόταν ; Ρωτώ τον συνομιλητή μου, που μ΄απαντά ;
«Τα γλέντια ήταν οικογενειακά και γίνονταν την τρανή αποκριά. Οι συγγενικές οικογένειες μαζευόμασταν σ΄ένα σπίτι, αλλά η κάθε μια έφερνε και τα δικά της φαγητά. Πολλές φορές όμως έκαναν το γλέντι οικογένειες απ΄την ίδια γειτονιά, αλλά πάλι κάθε μία έφερνε και τα φαγητά της. Ε,… στο γλέντι τώρα λέγαμε αστεία, χορεύαμε, τραγουδούσαμε τα δικά μας τραγούδια. Αυτά δεν τα έγραψα, θα σε πώ όμως ένα που θυμάμαι:
“Ολη την σαρακοστή και μια μέρα του Βαγιού
Πάησα στον πλεματικό πάησα να ξομολογηθώ
Για να πω τα κρίματά μου, τα μονοπατήματά μου.
Τα ΄πα τα ΄μολόγησα μόνο ένα αστόησα.
Μού ΄πε φίλησες καμία; Φίλησα σαράντα μία.
«Αυτά τα γλέντια γινόταν το βράδυ», συνεχίζει ο μπάρμπα Νεράντζης. «Τα χρόνια ΄κείνα όμως της Τυρινής οι γυναίκες χόρευαν και διασκέδαζαν μονάχες, από νωρίς, μέσα στις αυλές των σπιτιών. Τραγουδούσαν, χόρευαν, έκαναν ό,τι ήθελαν. Στα γλέντια αυτά των γυναικών βέβαια δεν πήγαιναν άντρες»
Όσο ο γέροντας συνεχίζει την αφήγηση συνεπαρμένος απ΄τις αναμνήσεις του, εγώ φαντάζομαι τις γυναίκες στο ξεμοναχιασμένο γλέντι τους. Βέβαια είναι μια χαρακτηριστική εκδήλωση σχετική με την θέση της γυναίκας στην κοινωνία εκείνου του καιρού. Όμως γιατί να μην είναι και μια επιβίωση των θεσμοφορίων! Όχι βέβαια απόλυτα, αλλά υπάρχει στο πνεύμα την ανεξαρτησίας και της ελευθερίας : «Έκαναν ό,τι ήθελαν». Πώς να μην πούμε ότι κάτι διαιωνίζεται απ΄την αρχαία εκείνη εορτή των γυναικών, την αφιερωμένη στην Δήμητρα και την Περσεφόνη! Όμως ο συνομιλητής μου διακόπτει τους στοχασμούς μου:
«Οι ηλικιωμένοι πάλι χόρευαν στην πλατεία με τα τρία πηγάδια. Απ΄τα τραγούδια που έλεγαν θα σε πώ πάλι ένα να το γράψης»:
Πώς στουμπίζουν το πιπέρι
Του διαόλου οι καλογέροι;
Με το γόνα το στουμπίζαν
Με τ΄αυτί το κοσκίνιζαν
Με την γλώσσα το μαζεύαν.
«Όλη η Σιάτιστα γλεντούσε την τρανή αποκριά. Κι ύστερα αρχίζει η μεγάλη νηστεία, που εμείς εκείνα τα χρόνια την κρατούσαμε και περιμέναμε το Πάσχα για να φάμε το κρέας. Οι συνήθειες ήταν για μας νόμοι. Έτσι αισθανόμασταν Έλληνες και χριστιανοί. Τώρα πρέπει όμως να σας πώ και για την Καθαρή Δευτέρα». Η Καθαρή Δευτέρα στην Σιάτιστα, όπως μαθαίνω, ήταν η μέρα της γενικής καθαριότητας. Πρωϊ – πρωϊ γινόταν το πλύσιμο των πιάτων με σταχτόνερο για να ξαρτιστούν, να μην μείνη δηλαδή τίποτα αρτισμένο. «Τα μπακιρένια και τα καλαϊσια—τα γανωμένα όπως τα λέτε εσείς—έλαμπαν μαζί με τα λιγκέρια, τις σουπιέρες να πούμε στην δική μας γλώσσα. Την Καθαρή Δευτέρα τρώγαμε άλαδα φαγητά.